ἄππα

ἄππᾱ , ἄππας
Aus Lydien
masc nom/voc/acc dual
ἄππας
Aus Lydien
masc voc sg
ἄππᾱ , ἄππας
Aus Lydien
masc gen sg (doric aeolic)
ἄππας
Aus Lydien
masc nom sg (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • άππα — ἄππα (Α) (προσαγόρευση στον πατέρα) πατερούλη, παππάκη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. της παιδικής γλώσσας, υποκοριστικής σημασίας, με εκφραστικό αναδιπλασιασμό (πρβλ. πάππα, άττα, άπφα, απφύς). Ο Ησύχιος παραδίδει τ. άππας «τροφεύς», ο οποίος… …   Dictionary of Greek

  • ἄππας — ἄππᾱς , ἄππας Aus Lydien masc acc pl ἄππᾱς , ἄππας Aus Lydien masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀππασάμενος — ἀππᾱσάμενος , ἀπό πάομαι get aor part mid masc nom sg (doric) ἀπό πάσσω sprinkle aor part mid masc nom sg ἀπό πατέομαι eat aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • LITANIA — rogatio, supplicatio: Sed praeterea publicae supplicationis genus est, quâ Dei misericordia ex sollenni more ardentius imploratur. Indicebantur olim graviquovis imminente discrimine, quandoque ad impertandam camporum benedictionem, ne tactis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άττα — (atta). Γένος υμενοπτέρων εντόμων της οικογένειας των φορμικιδών. Ζουν κυρίως στο Μεξικό και στη Νότια Αμερική. Έχουν σχετικά με το σώμα τους δυσανάλογο κεφάλι και ονομάζονται από τους ιθαγενείς μυρμήγκια με ομπρέλα γιατί πάντα μεταφέρουν… …   Dictionary of Greek

  • απφά — ἀπφά κ. ἄπφα (Α) θωπευτική προσαγόρευση που χρησιμοποιείται από αδελφούς και αδελφές ή εραστές και ερωμένες. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για τ. υποκοριστικής σημασίας με εκφραστικό αναδιπλασιασμό. Πρβλ. άττα, άππα, πάππα] …   Dictionary of Greek

  • απφύς — ἀπφῡς ( ύος), ο (AM) θωπευτική προσαγόρευση για τον πατέρα από τα παιδιά του («καλὸς ἀπφῡς» καλός ο μπαμπάκας σου, ο παπάκης, Θεόκρ.) [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικός τ. της παιδικής γλώσσας με εκφραστικό αναδιπλασιασμό. Πρβλ. άππα, άττα, άπφα, πάππα] …   Dictionary of Greek

  • appa —     appa     English meaning: father     Deutsche Übersetzung: “Vater”; Lallwort     Material: compare Gk. ἄππα, ἀπφά, ἄπφα, ἀπφῦς (Theokrit) “ dad “; Toch. В appakke “ father “ (this (a)kke from ammakki “Mutter”).     References: WP. I 47.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.